ΟΙ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΙΝΑΣ~ κριτικογραφία~

ΜΑΝΙΑ ΜΕΖΙΤΗ  «Η ΜΑΥΡΗ ΑΝΑΜΕΣΑ»
      Η  πρώτη ποιητική συλλογή της Μάνιας Μεζίτη από τη σειρά των εκδόσεων Κύμα Ποιητές Του Κόσμου-Μικροί Κυματισμοί’, ξεκινά με ένα απόσπασμα του Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν, το Σιλμαρίλιον, τοποθετώντας μας κατευθείαν στην ιδέα ενός κοσμολογικού φλερτ, που όμως συγκεράσσεται με την πραγματικότητα με κατοπτρική ανάγνωση και την οποία η ποιήτρια φαίνεται ότι προσεγγίζει περιοδικά, σε αυτή την απόπειρα.
Η γραφή είναι αποσπασματική, λιτή και αυθεντική, ενώ εφορμήσεις από μνήμες της παιδικής ηλικίας δημιουργούν έναν αναστοχασμό. Η απουσία στίξης δημιουργεί ανεπίσημο χαρακτήρα στη συλλογή, δίνοντάς της όμως την οικειότητα που έχει ένα ιδιόχειρο σημείωμα που απευθύνεται σε ανθρώπους στενά συνδεδεμένους, στους οποίους οι συμβάσεις είναι άχρηστες.
Είναι χωρισμένο στις ενότητες terra firma, terra nova, terra nullius(nobody’s land), terra incognita. Στην πρώτη ενότητα γίνεται αναφορά σε πρόσωπα οικογενειακά, που η μνήμη τα ανακαλεί από το παρελθόν, όπως και σε  γωνιές της οικογενειακής εστίας, που ήταν ιδιαίτερης σημασίας για τη γράφουσα, σε μία ακροβασία του διπόλου ζωής και θανάτου.
Στην επόμενη ενότητα αναφέρεται στην ετερότητα του Άλλου, στην αγάπη και τη βάσανο της γραφής, ενώ εμφανίζονται ψήγματα εννοιολογικής καταβύθισης σε μια προσπάθεια διακρίβωσης του επιστητού. Ο κόσμος της ποίησης, ο στοχασμός περί του είναι και του φαίνεσθαι, η δημιουργική διαδικασία του ποιητικού πεδίου απασχολούν τη θεματική της ποιήτριας. Η έγνοια της συνδιαλλαγής με τον Άλλο ξεγλιστρά από τον στοχασμό πάνω στα στιγμιότυπα της καθημερινότητας, ενώ ο  απλός αφαιρετικός λόγος, είναι σχεδόν απογυμνωμένος, με την εικονοποιία και τα βιώματα του ποιητικού υποκειμένου να δίνονται επιγραμματικά και μεστά.  Διαπιστώνει με πικρή ειρωνεία, ότι η παρέλευση του χρόνου αλλάζει τα πρόσωπα. «Πάντα ο ένας περισσότερο απ΄τον άλλον, αχ να ’μουν ο άλλος».
Η πραγματικότητα, που φαντάζει σαν σκοτεινό παραμύθι εισπράττεται ως άτεγκτα δομημένη με το εμβληματικό «Η Πανίδα του Ηλιακού», η οποία μας υπενθυμίζει ότι ο θάνατος συμβολικά είναι μια παρούσα προοπτική. Η τελευταία ενότητα, με κάποια νότα αισιοδοξίας εισάγει την αναφορά στις πρώτες ύλες της φύσης, ανασυνθέτοντας  έτσι σκοπίμως μια τεθνεώσα πραγματικότητα, με το στοιχείο της αυθορμησίας, ταυτόχρονα  με το στοιχείο του νερού ως βροχή, σύννεφο, θάλασσα, ποτάμι. Η γραφή είναι υπαινικτική, εξομολογητική και κρυπτώδης, μολονότι  προσπαθεί να  συνθηκολογήσει με τις τελικές εκβάσεις των προσδοκιών, ενώ σε άλλα σημεία φαίνεται σαν να είναι το απόσπασμα μιας ιδιωτικής συνομιλίας «Συγκομιδή». Τα νοήματα αποτυπώνονται ως επί το πλείστον με σαφήνεια, ενώ το εννοιολογικό απείκασμα συμβάντων του παρελθόντος αποκτά βαρύνουσα σημασία.
Χαρακτηριστικά  είναι τα στιγμιότυπα που βρίσκονται στα όρια μεταξύ ποίησης και κινηματογραφικού κάδρου, όπως στο ακόλουθο ποίημα «Ζοφεροί καιροί».
Μια μέρα
Θα φορέσει ένα καπέλο
Από ποίημα του Λειβαδίτη
Θ’ ανοίξει την ομπρέλα της
Και μ’ένα μπουκέτο βιολέτες
Θα προσπεράσει μια εποχή
Θα την βρείτε να κάθεται
Σε τραπέζι μακρόστενο
Με αναμμένα κηροπήγια
Και να λέει με θαμπή φωνή
Μα πώς σας διέφυγε μητέρα
Εγώ ποτέ δεν έμαθα να ιππεύω
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα ΣΤΕΡΕΑ ΝΕΑ- έντυπη έκδοση